Τεύχος 175-176 Κ.Γ Καρυωτάκης (περιεχόμενα)

(ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010)

Κ.Γ Καρυωτάκης – 32 Έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή

kariotakis

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ: Παράλληλη ανάγνωση ποίησης [σελ. 9] • ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ: Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες [σελ. 12] • ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ: Απόπειρες αισιοδοξίας και η σάτιρα… [σελ. 16] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ: «Ήρωες Χρόνοι» [σελ. 20] • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ: Ο δαιμονισμένος αρλεκίνος [σελ. 29] • ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη [σελ. 33] • ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ: Ενεπλάκη στη δημόσια σάτιρα [σελ. 41] • ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΛΚΟΥ: Ο Κώστας Καρυωτάκης ενώπιον των ορίων… [σελ. 44] • Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ: Κ. Γ. Καρυωτάκης [σελ. 49] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗΣ: Ο Καρυωτάκης στον βωμό του Σεφέρη [σελ. 53] • ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ: Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης στο περιοδικό Ελλάς το 1913 [σελ. 63] • ΒΙΚΤΩΡ ΙΒΑΝΟΒΙΤΣ: Παραναγνώσεις σε κλίμακα λευκού [σελ.
67] • ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ: Η πορεία [σελ. 75] • ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ: Ο Καρυωτάκης [σελ. 79] • ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ: Καρυωτάκης, ειρωνεία, σήμερα [σελ. 83] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης ως πρόδρομος… [σελ. 87] • ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΤΣΙΟΣ: Ένα ποιητικό «ξεπροβόδισμα» [σελ. 91] • ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ: Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης; [σελ. 96] • ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ποιητική της οδύνης [σελ. 99] • Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εξάρσεις και υφέσεις [σελ. 105] • ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ: Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές… [σελ. 110] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κριτικές πιστολιές [σελ. 114] • ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ: Ένα ποίημα σε παρένθεση [σελ. 122] • ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ο λυσσαλέος περίπατος ενός ποιητή [σελ. 126] • ΣΥΜΕΩΝ Γρ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ: Ο Καρυωτάκης και η πα­λινωδία… [σελ. 130] • ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Καρυω­τάκης, μαρτυρία και διαμαρτυρία [σελ. 134] • ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ: Οι αυτόχειρες και οι φίλοι τους [σελ. 138] • ΕΛΛΗ ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΥ: Η ποίηση του Καρυωτάκη στη σκιά των ωρών [σελ. 142] • ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ: Από τον Ζιλ Λαφόργκ στον Τ. Σ. Έλιοτ… [σελ. 148] • ΛΙΤΣΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ: Ρομαντική ανάγνωση [σελ. 153] • ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας «γραφιάς» στα Ηλύσια Πεδία [σελ. 157] • ΤΑΣΟΣ ΨΑΡΡΑΣ: Η χυδαία πράξη… [σελ. 161] • ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ: Η επίταση του σαρκασμού [σελ. 175]• ΦΕΪΣΜΠΟΥΚ [σελ. 181]  • ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ [σελ. 187] • ΤΑ ΦΥΛΛΑ [σελ. 201]

Ο δαιμονισμένος αρλεκίνος -Γιώργος Βαρθαλίτης

Κάπου στα Ανοιχτά Χαρτιά, μνημονεύοντας ο Ελύτης ενα τετράστιχο του Καρυωτάκη, αποφαίνεται: «Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια καινούρια γλώσσα».

Η κατάφαση αυτή του Ελύτη βαραίνει, γιατί προέρχεται από έναν ποιητή, που λειτούργησε ως «αντίπαλον δέος» του Καρυωτάκη: η αιγαιοπελαγίτιδα αύρα που εκόμισαν στην ποίησή μας οι Προσανατολισμοί διέλυσε τη γκρίζα ατμόσφαιρα της Πρέβεζας. Η καινοτομία στην τέχνη ανατρέπεται από μια νέα καινοτομία. Και έτσι όμως, οι ρηξικέλευθες χειρονομίες δεν χάνουν τη σημασία τους. Στον όψιμο κυρίως Καρυωτάκη συντελείται μια γλωσσική αλχημεία, που τον ξεχωρίζει όχι μόνον απ’ τους επιγόνους του Παλαμά αλλά κι απ’ τους οιονεί μεσοπολεμικούς συνοδοιπόρους του: από έναν Ουράνη λ.χ. ή έναν Λαπαθιώτη. Δεν είναι μόνον η επιτυχής μείξη δημοτικής και καθαρεύουσας, μήτε η διατάραξη της μετρικής ισορροπίας. Μαντεύει κανείς στους τελευταίους στίχους του μια νευρική υπερδιέγερση, μια τέτοια ψυχική έξαψη, που θαρρεί κάποτε πως εδώ μιλά ένας δαιμονισμένος.

Μια διαφορετική όμως γλώσσα φανερώνει και μια διαφορετική αίσθηση της πραγματικότητας. Στα τελευταία ποιήματα και πεζά του Καρυωτάκη οι ιστοί της πραγματικότητας ξεχειλώνουν και συμπλέκονται ξανά σ’ ένα ιδιότυπο όραμα του κόσμου. Δεν θα δυσκολευόμασταν να ανιχνεύσουμε στην ωχρά σπειροχαίτη την γενεσιουργό αιτία αυτής της αλλοίωσης του πραγματικού. Άλλωστε, το ομολογεί κι ο ίδιος: «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση / επιμονή, που ανοίξαμε για να ’μπει σαν κυρία / η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. / Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία. / Το λογικό τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια, / βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού. / Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια, / το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού. / Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα, / Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή, / ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία, / ω, κωμωδία!, το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.» Το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ. Ακριβώς. Τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, το όνειρο εγκαθίσταται μέσα στην πλήρη εγρήγορση, η ομίχλη απλώνεται κάτω απ’ τον αίθριο ουρανό της μεσημβρίας.

Η αλλοίωση που επιφέρει εδώ η διασάλευση του λογικού είναι τριπλή: αλλοίωση της αίσθησης του χρόνου, αλλοίωση της αίσθησης του εξωτερικού κόσμου και αλλοίωση της αίσθησης του εγώ.

Ο αριστουργηματικός «Ονειροπόλος» του Καρυωτάκη πιστεύει πως ο χρόνος υφίσταται ως φυσικό στοιχείο κάπου στο διάστημα ή, σε ελάχιστες ποσότητες, μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο και προσπαθεί να τον εντοπίσει και να τον απομονώσει. Η παρανοϊκή αυτή αντίληψη και απόπειρα οφείλεται στο γεγονός πως στον ίδιο έχει σε τέτοιο βαθμό απορρυθμιστεί η αίσθηση του χρόνου, έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται την επιβίωση του παρελθόντος μέσα στο παρόν και να προαισθάνεται μελλοντικά γεγονότα, πριν αυτά επισυμβούν. Λ. χ. περνώντας με ένα βαπόρι απ’ το λιμάνι της επαρχιακής πόλεως, όπου έζησε παιδί, νιώθει πως τα πάντα –το πατρικό του σπίτι, η μπάντα που κάθε Κυριακή έπαιζε στην προκυμαία, ως κι οι καρέκλες του ζαχαροπλα­στείου– παρέμειναν αναλλοίωτα, όπως ήταν τότε, μόνο που φαίνονται πιο μικρά. Ο χρόνος δεν έχει σταματήσει. Απλώς έχει αλλάξει κατεύθυνση. Αντί να μεταβάλλει τα πράγματα και τους ανθρώπους, οδηγώντας τους στον αφανισμό δια της διηνεκούς αλλαγής, της παρακμής και της φθοράς, σμικρύνει συνεχώς τον όγκο τους, μέχρι να εξαφανιστούν εντελώς.

Αν ο έξω κόσμος φαίνεται προς στιγμήν να σμικρύνεται, το εγώ, αντιθέτως, διογκώνεται και διαστέλλεται. Στο χυδαίο καρναβάλι της εξωτερικής ζωής (βλέπε το πεζοτράγουδο «Φυγή») ο ποιητής, εξόριστος βασιλέας στον κόσμο των ανθρώπων, βαδίζει με το σκήπτρο στο χέρι σαν υπνοβάτης, δίχως συνείδηση του περιβάλλοντος, ακολουθώντας μονάχα την εσωτερική του φωνή και φορώντας αληθινή πορφύρα και στέμμα από «καθαρό, ατόφιο χρυσάφι». Γρήγορα όμως, μέσα στον συνωστισμό και το πανδαιμόνιο, τα ρούχα του σκίζονται κι αυτός γέρνει γυμνός σαν τσακισμένο δέντρο και ξεψυχά, ενώ γύρω του αντηχούν ακόμα οι καγχασμοί του πλήθους. Στην «Αισιοδοξία» ο τραγικός Αρλεκίνος μας καλπάζει ακάθεκτος σαν ήρωας σταυροφόρος, σωτήρας του σωτήρος. Και στο «Εμβατήριο» ενασμενίζεται με την αυτοκτονία και οραματίζεται τον μεταθανάτιο θρίαμβό του: «Α! Πρέπει τώρα να φορέσω / τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ’ αρέσω!»

Σε ποιον όμως θα αρέσει ο Καρυωτάκης ή μάλλον το απαγχονισμένο πτώμα του; Προφανώς στον ίδιο· δεν νομίζω πως θα άρεσε σε κανέναν άλλον – μήτε και θα τον ενδιέφερε άλλωστε (δεν αποκλείεται να του ήταν αδιάφορη κι η μελλοντική καθιέρωση του έργου του).

Πιστεύω πως έχουμε μια περίπτωση ναρκισσισμού στην πιο μακάβρια και ακραία μορφή του, ενός ναρκισσισμού δηλαδή που εκβάλλει στον θάνατο, κορυφώνεται και ταυτόχρονα εκμηδενίζεται μ’ αυτόν. Εδώ η μεγαλύτερη ηδονή του Ναρκίσσου είναι να αντικρίσει όχι το νεκρό είδωλό του αλλά το ίδιο το νεκρό του σώμα. Ο Νάρκισσος φαντασιώνεται αυτή την ηδονή, που βέβαια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αφού τότε δεν θα υπάρχει μήτε κι ο ίδιος. Ο Καρυωτάκης, ασφαλώς, αυτοσαρκάζεται (ο αυτοσαρκασμός εξάλλου δεν είναι παρά αντεστραμμένος ναρκισσισμός). Ο αυτοσαρκασμός του όμως υποκρύπτει έναν διχασμό τού εγώ. Το ένα κομμάτι τού εγώ παρασύρεται απ’ το μεγαλομανές παραλήρημα της παράνοιας, ενώ το άλλο το παρακολουθεί, έχοντας πλήρη συνείδηση της γελοιότητας και της τραγικότητάς του.

Η σαρκαστική φαντασία του Καρυωτάκη δεν σταματά εδώ. Προχωρά στο «μετά» και εξεικονίζει ένα γκροτέσκο υπερπέραν, στο οποίο δεν πιστεύει. Ο ονειροπόλος της ομότιτλης σύνθεσης θυμάται έναν χορό μεταμφιεσμένων, όπου «οι χορευτές έχασαν τον λογαριασμό τους» κι ενώ έπρεπε να υπολογίσουν πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει στο παρελθόν, για να ξαναγυρίσουν και να βρουν την προσωπικότητά τους, γελάστηκαν και προχώρησαν, δίχως να το υποπτευθούν, εκατό χρόνια μπροστά. Εκεί οι σκελετοί των νεκρών, εδώ και καιρό, χορευτών κάνουν να συνεχίσουν τον χορό, αλλά σταματούν μετανιωμένοι. Αλλού ο Καρυωτάκης, μιλώντας εξ ονόματος όλης της χαμένης γενιάς του, φαντάζεται πως αν, νεκροί πια, «στα νύχια μας ανασηκωθούμε, / τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε, / Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου / όπου θα παίζουν criket οι οπαδοί Σου». Όπως στην ταινία τα Φτερά της Φήμης, όπου τα ενδιαιτήματα στις νήσους των μακάρων θυμίζουν μεσοπολεμικά ξενοδοχεία ευρωπαϊκής λουτρόπολης, ο κάτω κόσμος στον Καρυωτάκη είναι χτισμένος με τα υλικά τού επάνω: έχει αίθουσες χοροεσπερίδων, γήπεδα αθλοπαιδιών, πολυτελείς επαύλεις. Εξάλλου αν –καθώς ο αυτόχειρας της Πρεβέζης φαίνεται να πιστεύει–, κάποτε ακόμα κι ετούτη η ζωή μοιάζει με κόλαση, πόσο διαφορετική θα είναι η –υποτιθέμενη– αληθινή;

Εκεί που οι ορθόδοξοι υπερρεαλιστές χρησιμοποιούν συνειδητά επιλεγμένες τεχνικές –την αυτόματη γραφή– προκειμένου, να προσπελασθούν τα βαθύτερα, ασυνείδητα ή ονειρικά, κοιτάσματα της ψυχής, ποιητές σαν τον Καρυωτάκη ή τον Φιλύρα είδαν έντρομοι το παραπέτασμα του αληθινού να διαρρηγνύεται απ’ την παραφροσύνη και βρέθηκαν σύσσωμοι στην «άλλη μεριά». Για αυτό και το δικό τους όραμα είναι αυθεντικότερο.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)

Παράλληλη ανάγνωση ποίησης-Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Οσο μια αστραπη στον ουρανο κρατησε ο ερωτας των δυο ποιητών, της Μαρίας Πολυδούρη και του Κώστα Καρυωτάκη, αλλά ήταν αστραπή κι ήταν ουρανός. Μέσ’ στις σύντομες ζωές και των δυο (εκείνος πέθανε σε ηλικία 32 ετών το 1928 κι εκείνη 28 το 1930), η αστραπή θα πρέπει να είχε, υπαρξιακά, μεγαλύτερη διάρκεια. Και το άλλο περίεργο είναι ότι ο έρωτάς τους κράτησε δύο χρόνια, όσο και η απόσταση που τους χώρισε από το θάνατο (εκείνη πεθαίνει δυο χρόνια μετά από εκείνον). Ο έρωτας και η ποίηση είναι σαν δυο δίδυμα που ανταγωνίζονται το ένα το άλλο. Ίσως γιατί ξέρουν πως σύντομα, αν το ένα ζει το άλλο πεθαίνει. Η αιώνια συμβίωσή τους μόνο στα ποιήματα υπάρχει ή ακόμα –και γιατί όχι;– εφευρίσκεται. Λέει η Πολυδούρη: «Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου / κανείς δεν θέλω να τη νιώσει. / Δεν θα μπορούσε να τη σίμωνε / χωρίς γι’ αυτό να την πληγώσει». Ενώ στον Καρυωτάκη αυτό το ασυμβίβαστο εκφράζεται πιο μοιρολατρικά: «Μέσ’ απ’ το βάθος των καλών καιρών / οι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε». Η απελπισία στην Πολυδούρη είναι πολύ πιο ενεργητική, ψάχνει το νόημα και του πιο αρνητικού στοιχείου, όπως ο χαμός: «Και στάθηκα το νόημα του χαμού / ζητώντας άθελά μου», ή το μίσος: «εκέρδισα το μίσος σου Ζωή, και το πιστεύω / τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί».

Η σχέση που έχει με τη φύση ένας άντρας και μία γυναίκα είναι βέβαια διαφορετική και, όταν αυτή αποτυπώνεται στην ποίηση, γίνεται λίγο πιο φανερή, αλλά και μας αποκαλύπτει πόσες πολλές προσωπικές εκδοχές μπορεί να έχει αυτή η σχέση. Με κίνδυνο υπεραπλούστευσης, θα ’λεγα ότι η γυναίκα ποιήτρια απευθύνεται στη φύση για να βοηθηθεί να εκφράσει τα συναισθήματά της, τη θλίψη ή την απελπισία της, αφού μάλιστα έχουν το ίδιο υπαρξιακό λεξιλόγιο άνθισης και παρακμής. Λέει η Πολυδούρη: «Τι σημαίνει πως ο χειμώνας ήρθε / πριν τίποτε για μένανε ανθίσει» ή «Στην άνθισή μου φορώ στεφάνι το μαρασμό». Είναι στιγμές που αυτή η στενή σχέση γίνεται σχεδόν ταύτιση: «Βλέπω στο σκυθρωπό ουρανό που ξεπροβάλλει ένα άστρο. / Ίσως θα μούπρεπε και μένα ένα στερνό φιλί» ή «Ο Απρίλης πια βαρέθηκε να δίνει φιλιά. Φεύγει κι η Νύχτα κουρασμένη». Αλλά και η φύση μοιάζει καμιά φορά να υιοθετεί την ανθρώπινη εκφραστική. Λέει η Πολυδούρη: «Η αύρα ψίθυρος ερωτικών στομάτων / και των κλαδιών η ανάταση, χέρια που θ’ αγκαλιάσουν».

Αν λοιπόν για την Πολυδούρη η φύση είναι η εικονοπλαστική των εσωτερικών καταιγισμών, ο Καρυωτάκης τείνει να σκάβει μέσα του για να βρει την πηγή, τα χνάρια της απελπισίας, αφού τι απόμεινε γι’ αυτόν από τη φύση; «Σκιές εμείνατε σκιών / (οι λεύκες) που ρέουν στο μέτωπό μου / καθώς πηγαίνω χάμου εγώ κι απάνω το φεγγάρι». Έτσι ο ποιητής ταυτίζεται με τη μορφή που παίρνει ο θάνατος στη φύση και όχι με την αναπαραγωγή ζωής που αιώνια αυτή εκτελεί. Λέει για τη μυγδαλιά ο Καρυωτάκης: «Αχ της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει· / όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα / και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα». Αλλά και τη δική του τη ζωή ο ποιητής δεν την εστιάζει στην άνοιξη της ζωής αλλά στη δύση της: Λέει: «τρελέ, τρελέ που εγέρασες / και νέος ποτέ δεν ήσουν». Ή: «Α, πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν, σα νέφη, σαν πάχνη, σαν ζωή!» Αναρωτιέται κανείς αν το μαύρο αυτό νέφος που τυλίγει τον Καρυωτάκη τόσο απόλυτα («Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως / νάχω πεθάνει πριν από καιρούς») ξεπηδάει από τη ζωή του ή την ποίησή του. Η ερώτηση μοιάζει πολύ ανόητη, αφού όλοι γνωρίζουμε την αλληλεξάρτηση ποίησης και ζωής. Όμως έχω την αίσθηση ότι στην περίπτωση του Καρυωτάκη το μαύρο ποιητικό του όραμα επιβλήθηκε και καθόρισε τη ζωή του. Απόδειξη η αυτοκτονία.

Όπως έχει υποστηρίξει ο Νάσος Βαγενάς, ο Καρυωτάκης δεν είναι ούτε πρωτοποριακός, ούτε μοντερνιστής, ούτε αριστερός, ούτε πολιτικός ή κοινωνικός ποιητής· αλλά έχει γράψει ποίηση της ατομικής και οντολογικής αγωνίας και της αστικής παρακμής1. Αυτός ο καταρράχτης της μαύρης ουσίας πηγάζει από το μυστηριακά τοποθετημένο σώμα της ποίησης μέσα του και είν’ αυτό που ορίζει το πώς βλέπει τον κόσμο. Λέει με motto «Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους»: «Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία» και παρακάτω: «Το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα / σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα». Καμιά παρηγοριά, λοιπόν, δεν φαίνεται να ’ρχεται από τη φύση για τον Καρυωτάκη. Ακόμη κι η ανάσα του δεν φαίνεται να τρέφεται από αέρα: «Διπλώνοντας το στήθος μου γυρεύω αναπνοή / στη σκόνη των χαρτιών μου». Και ό,τι φαίνεται ωραίο μόνο καχυποψία τού γεννά: «Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό / του δίνουν όψη ν’ αρέσει».


Ενώ η στάση του Καρυωτάκη μπροστά στη φύση, στη ζωή, είναι καθαρά αρνητική, στην Πολυδούρη είναι βαθιά μελαγχολική αλλά και πιο ενεργητική· η νοσταλγία βάζει σε κίνηση κάποια ενέργεια: «Σου είπα θυμάσαι; Πρέπει να υπομένεις / και σού ’δειξα τη σκέψη που πιστεύει». Και για τον Καρυωτάκη που έφυγε στον ουρανό πιστεύει πως τα νέα παιδιά που τον αγαπούν «φτάνουν πάντα “στο νησί” ολοένα… Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα / και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο». Η ποίηση νικάει το χρόνο; Ποιος ξέρει; Ίσως. Έχει όμως περισσότερες πιθανότητες μακροβιότητας αν τύχει και η ποίηση ζευγαρώσει με τον έρωτα, αυτό το άυλο, ιδεατό σώμα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τους στίχους της Μαρίας Πολυδούρη: «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες / στα περασμένα χρόνια».

Είναι ένας έρωτας που δεν διαρκεί. Είναι άχρονος. Δεν διεκδικεί. Είναι απάνθρωπος. Και η Πολυδούρη και ο Καρυωτάκης έζησαν πιο πολύ την πίκρα του παρά τη χαρά του. Κι όμως: Η Πολυδούρη τελειώ­νει το ποίημα «Γιατί μ’ αγάπησες»: «κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες».

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)