Ο δαιμονισμένος αρλεκίνος -Γιώργος Βαρθαλίτης

Κάπου στα Ανοιχτά Χαρτιά, μνημονεύοντας ο Ελύτης ενα τετράστιχο του Καρυωτάκη, αποφαίνεται: «Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια καινούρια γλώσσα».

Η κατάφαση αυτή του Ελύτη βαραίνει, γιατί προέρχεται από έναν ποιητή, που λειτούργησε ως «αντίπαλον δέος» του Καρυωτάκη: η αιγαιοπελαγίτιδα αύρα που εκόμισαν στην ποίησή μας οι Προσανατολισμοί διέλυσε τη γκρίζα ατμόσφαιρα της Πρέβεζας. Η καινοτομία στην τέχνη ανατρέπεται από μια νέα καινοτομία. Και έτσι όμως, οι ρηξικέλευθες χειρονομίες δεν χάνουν τη σημασία τους. Στον όψιμο κυρίως Καρυωτάκη συντελείται μια γλωσσική αλχημεία, που τον ξεχωρίζει όχι μόνον απ’ τους επιγόνους του Παλαμά αλλά κι απ’ τους οιονεί μεσοπολεμικούς συνοδοιπόρους του: από έναν Ουράνη λ.χ. ή έναν Λαπαθιώτη. Δεν είναι μόνον η επιτυχής μείξη δημοτικής και καθαρεύουσας, μήτε η διατάραξη της μετρικής ισορροπίας. Μαντεύει κανείς στους τελευταίους στίχους του μια νευρική υπερδιέγερση, μια τέτοια ψυχική έξαψη, που θαρρεί κάποτε πως εδώ μιλά ένας δαιμονισμένος.

Μια διαφορετική όμως γλώσσα φανερώνει και μια διαφορετική αίσθηση της πραγματικότητας. Στα τελευταία ποιήματα και πεζά του Καρυωτάκη οι ιστοί της πραγματικότητας ξεχειλώνουν και συμπλέκονται ξανά σ’ ένα ιδιότυπο όραμα του κόσμου. Δεν θα δυσκολευόμασταν να ανιχνεύσουμε στην ωχρά σπειροχαίτη την γενεσιουργό αιτία αυτής της αλλοίωσης του πραγματικού. Άλλωστε, το ομολογεί κι ο ίδιος: «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση / επιμονή, που ανοίξαμε για να ’μπει σαν κυρία / η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. / Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία. / Το λογικό τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια, / βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού. / Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια, / το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού. / Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα, / Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή, / ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία, / ω, κωμωδία!, το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.» Το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ. Ακριβώς. Τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, το όνειρο εγκαθίσταται μέσα στην πλήρη εγρήγορση, η ομίχλη απλώνεται κάτω απ’ τον αίθριο ουρανό της μεσημβρίας.

Η αλλοίωση που επιφέρει εδώ η διασάλευση του λογικού είναι τριπλή: αλλοίωση της αίσθησης του χρόνου, αλλοίωση της αίσθησης του εξωτερικού κόσμου και αλλοίωση της αίσθησης του εγώ.

Ο αριστουργηματικός «Ονειροπόλος» του Καρυωτάκη πιστεύει πως ο χρόνος υφίσταται ως φυσικό στοιχείο κάπου στο διάστημα ή, σε ελάχιστες ποσότητες, μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο και προσπαθεί να τον εντοπίσει και να τον απομονώσει. Η παρανοϊκή αυτή αντίληψη και απόπειρα οφείλεται στο γεγονός πως στον ίδιο έχει σε τέτοιο βαθμό απορρυθμιστεί η αίσθηση του χρόνου, έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται την επιβίωση του παρελθόντος μέσα στο παρόν και να προαισθάνεται μελλοντικά γεγονότα, πριν αυτά επισυμβούν. Λ. χ. περνώντας με ένα βαπόρι απ’ το λιμάνι της επαρχιακής πόλεως, όπου έζησε παιδί, νιώθει πως τα πάντα –το πατρικό του σπίτι, η μπάντα που κάθε Κυριακή έπαιζε στην προκυμαία, ως κι οι καρέκλες του ζαχαροπλα­στείου– παρέμειναν αναλλοίωτα, όπως ήταν τότε, μόνο που φαίνονται πιο μικρά. Ο χρόνος δεν έχει σταματήσει. Απλώς έχει αλλάξει κατεύθυνση. Αντί να μεταβάλλει τα πράγματα και τους ανθρώπους, οδηγώντας τους στον αφανισμό δια της διηνεκούς αλλαγής, της παρακμής και της φθοράς, σμικρύνει συνεχώς τον όγκο τους, μέχρι να εξαφανιστούν εντελώς.

Αν ο έξω κόσμος φαίνεται προς στιγμήν να σμικρύνεται, το εγώ, αντιθέτως, διογκώνεται και διαστέλλεται. Στο χυδαίο καρναβάλι της εξωτερικής ζωής (βλέπε το πεζοτράγουδο «Φυγή») ο ποιητής, εξόριστος βασιλέας στον κόσμο των ανθρώπων, βαδίζει με το σκήπτρο στο χέρι σαν υπνοβάτης, δίχως συνείδηση του περιβάλλοντος, ακολουθώντας μονάχα την εσωτερική του φωνή και φορώντας αληθινή πορφύρα και στέμμα από «καθαρό, ατόφιο χρυσάφι». Γρήγορα όμως, μέσα στον συνωστισμό και το πανδαιμόνιο, τα ρούχα του σκίζονται κι αυτός γέρνει γυμνός σαν τσακισμένο δέντρο και ξεψυχά, ενώ γύρω του αντηχούν ακόμα οι καγχασμοί του πλήθους. Στην «Αισιοδοξία» ο τραγικός Αρλεκίνος μας καλπάζει ακάθεκτος σαν ήρωας σταυροφόρος, σωτήρας του σωτήρος. Και στο «Εμβατήριο» ενασμενίζεται με την αυτοκτονία και οραματίζεται τον μεταθανάτιο θρίαμβό του: «Α! Πρέπει τώρα να φορέσω / τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ’ αρέσω!»

Σε ποιον όμως θα αρέσει ο Καρυωτάκης ή μάλλον το απαγχονισμένο πτώμα του; Προφανώς στον ίδιο· δεν νομίζω πως θα άρεσε σε κανέναν άλλον – μήτε και θα τον ενδιέφερε άλλωστε (δεν αποκλείεται να του ήταν αδιάφορη κι η μελλοντική καθιέρωση του έργου του).

Πιστεύω πως έχουμε μια περίπτωση ναρκισσισμού στην πιο μακάβρια και ακραία μορφή του, ενός ναρκισσισμού δηλαδή που εκβάλλει στον θάνατο, κορυφώνεται και ταυτόχρονα εκμηδενίζεται μ’ αυτόν. Εδώ η μεγαλύτερη ηδονή του Ναρκίσσου είναι να αντικρίσει όχι το νεκρό είδωλό του αλλά το ίδιο το νεκρό του σώμα. Ο Νάρκισσος φαντασιώνεται αυτή την ηδονή, που βέβαια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αφού τότε δεν θα υπάρχει μήτε κι ο ίδιος. Ο Καρυωτάκης, ασφαλώς, αυτοσαρκάζεται (ο αυτοσαρκασμός εξάλλου δεν είναι παρά αντεστραμμένος ναρκισσισμός). Ο αυτοσαρκασμός του όμως υποκρύπτει έναν διχασμό τού εγώ. Το ένα κομμάτι τού εγώ παρασύρεται απ’ το μεγαλομανές παραλήρημα της παράνοιας, ενώ το άλλο το παρακολουθεί, έχοντας πλήρη συνείδηση της γελοιότητας και της τραγικότητάς του.

Η σαρκαστική φαντασία του Καρυωτάκη δεν σταματά εδώ. Προχωρά στο «μετά» και εξεικονίζει ένα γκροτέσκο υπερπέραν, στο οποίο δεν πιστεύει. Ο ονειροπόλος της ομότιτλης σύνθεσης θυμάται έναν χορό μεταμφιεσμένων, όπου «οι χορευτές έχασαν τον λογαριασμό τους» κι ενώ έπρεπε να υπολογίσουν πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει στο παρελθόν, για να ξαναγυρίσουν και να βρουν την προσωπικότητά τους, γελάστηκαν και προχώρησαν, δίχως να το υποπτευθούν, εκατό χρόνια μπροστά. Εκεί οι σκελετοί των νεκρών, εδώ και καιρό, χορευτών κάνουν να συνεχίσουν τον χορό, αλλά σταματούν μετανιωμένοι. Αλλού ο Καρυωτάκης, μιλώντας εξ ονόματος όλης της χαμένης γενιάς του, φαντάζεται πως αν, νεκροί πια, «στα νύχια μας ανασηκωθούμε, / τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε, / Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου / όπου θα παίζουν criket οι οπαδοί Σου». Όπως στην ταινία τα Φτερά της Φήμης, όπου τα ενδιαιτήματα στις νήσους των μακάρων θυμίζουν μεσοπολεμικά ξενοδοχεία ευρωπαϊκής λουτρόπολης, ο κάτω κόσμος στον Καρυωτάκη είναι χτισμένος με τα υλικά τού επάνω: έχει αίθουσες χοροεσπερίδων, γήπεδα αθλοπαιδιών, πολυτελείς επαύλεις. Εξάλλου αν –καθώς ο αυτόχειρας της Πρεβέζης φαίνεται να πιστεύει–, κάποτε ακόμα κι ετούτη η ζωή μοιάζει με κόλαση, πόσο διαφορετική θα είναι η –υποτιθέμενη– αληθινή;

Εκεί που οι ορθόδοξοι υπερρεαλιστές χρησιμοποιούν συνειδητά επιλεγμένες τεχνικές –την αυτόματη γραφή– προκειμένου, να προσπελασθούν τα βαθύτερα, ασυνείδητα ή ονειρικά, κοιτάσματα της ψυχής, ποιητές σαν τον Καρυωτάκη ή τον Φιλύρα είδαν έντρομοι το παραπέτασμα του αληθινού να διαρρηγνύεται απ’ την παραφροσύνη και βρέθηκαν σύσσωμοι στην «άλλη μεριά». Για αυτό και το δικό τους όραμα είναι αυθεντικότερο.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)