Παράλληλη ανάγνωση ποίησης-Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Οσο μια αστραπη στον ουρανο κρατησε ο ερωτας των δυο ποιητών, της Μαρίας Πολυδούρη και του Κώστα Καρυωτάκη, αλλά ήταν αστραπή κι ήταν ουρανός. Μέσ’ στις σύντομες ζωές και των δυο (εκείνος πέθανε σε ηλικία 32 ετών το 1928 κι εκείνη 28 το 1930), η αστραπή θα πρέπει να είχε, υπαρξιακά, μεγαλύτερη διάρκεια. Και το άλλο περίεργο είναι ότι ο έρωτάς τους κράτησε δύο χρόνια, όσο και η απόσταση που τους χώρισε από το θάνατο (εκείνη πεθαίνει δυο χρόνια μετά από εκείνον). Ο έρωτας και η ποίηση είναι σαν δυο δίδυμα που ανταγωνίζονται το ένα το άλλο. Ίσως γιατί ξέρουν πως σύντομα, αν το ένα ζει το άλλο πεθαίνει. Η αιώνια συμβίωσή τους μόνο στα ποιήματα υπάρχει ή ακόμα –και γιατί όχι;– εφευρίσκεται. Λέει η Πολυδούρη: «Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου / κανείς δεν θέλω να τη νιώσει. / Δεν θα μπορούσε να τη σίμωνε / χωρίς γι’ αυτό να την πληγώσει». Ενώ στον Καρυωτάκη αυτό το ασυμβίβαστο εκφράζεται πιο μοιρολατρικά: «Μέσ’ απ’ το βάθος των καλών καιρών / οι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε». Η απελπισία στην Πολυδούρη είναι πολύ πιο ενεργητική, ψάχνει το νόημα και του πιο αρνητικού στοιχείου, όπως ο χαμός: «Και στάθηκα το νόημα του χαμού / ζητώντας άθελά μου», ή το μίσος: «εκέρδισα το μίσος σου Ζωή, και το πιστεύω / τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί».

Η σχέση που έχει με τη φύση ένας άντρας και μία γυναίκα είναι βέβαια διαφορετική και, όταν αυτή αποτυπώνεται στην ποίηση, γίνεται λίγο πιο φανερή, αλλά και μας αποκαλύπτει πόσες πολλές προσωπικές εκδοχές μπορεί να έχει αυτή η σχέση. Με κίνδυνο υπεραπλούστευσης, θα ’λεγα ότι η γυναίκα ποιήτρια απευθύνεται στη φύση για να βοηθηθεί να εκφράσει τα συναισθήματά της, τη θλίψη ή την απελπισία της, αφού μάλιστα έχουν το ίδιο υπαρξιακό λεξιλόγιο άνθισης και παρακμής. Λέει η Πολυδούρη: «Τι σημαίνει πως ο χειμώνας ήρθε / πριν τίποτε για μένανε ανθίσει» ή «Στην άνθισή μου φορώ στεφάνι το μαρασμό». Είναι στιγμές που αυτή η στενή σχέση γίνεται σχεδόν ταύτιση: «Βλέπω στο σκυθρωπό ουρανό που ξεπροβάλλει ένα άστρο. / Ίσως θα μούπρεπε και μένα ένα στερνό φιλί» ή «Ο Απρίλης πια βαρέθηκε να δίνει φιλιά. Φεύγει κι η Νύχτα κουρασμένη». Αλλά και η φύση μοιάζει καμιά φορά να υιοθετεί την ανθρώπινη εκφραστική. Λέει η Πολυδούρη: «Η αύρα ψίθυρος ερωτικών στομάτων / και των κλαδιών η ανάταση, χέρια που θ’ αγκαλιάσουν».

Αν λοιπόν για την Πολυδούρη η φύση είναι η εικονοπλαστική των εσωτερικών καταιγισμών, ο Καρυωτάκης τείνει να σκάβει μέσα του για να βρει την πηγή, τα χνάρια της απελπισίας, αφού τι απόμεινε γι’ αυτόν από τη φύση; «Σκιές εμείνατε σκιών / (οι λεύκες) που ρέουν στο μέτωπό μου / καθώς πηγαίνω χάμου εγώ κι απάνω το φεγγάρι». Έτσι ο ποιητής ταυτίζεται με τη μορφή που παίρνει ο θάνατος στη φύση και όχι με την αναπαραγωγή ζωής που αιώνια αυτή εκτελεί. Λέει για τη μυγδαλιά ο Καρυωτάκης: «Αχ της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει· / όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα / και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα». Αλλά και τη δική του τη ζωή ο ποιητής δεν την εστιάζει στην άνοιξη της ζωής αλλά στη δύση της: Λέει: «τρελέ, τρελέ που εγέρασες / και νέος ποτέ δεν ήσουν». Ή: «Α, πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν, σα νέφη, σαν πάχνη, σαν ζωή!» Αναρωτιέται κανείς αν το μαύρο αυτό νέφος που τυλίγει τον Καρυωτάκη τόσο απόλυτα («Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως / νάχω πεθάνει πριν από καιρούς») ξεπηδάει από τη ζωή του ή την ποίησή του. Η ερώτηση μοιάζει πολύ ανόητη, αφού όλοι γνωρίζουμε την αλληλεξάρτηση ποίησης και ζωής. Όμως έχω την αίσθηση ότι στην περίπτωση του Καρυωτάκη το μαύρο ποιητικό του όραμα επιβλήθηκε και καθόρισε τη ζωή του. Απόδειξη η αυτοκτονία.

Όπως έχει υποστηρίξει ο Νάσος Βαγενάς, ο Καρυωτάκης δεν είναι ούτε πρωτοποριακός, ούτε μοντερνιστής, ούτε αριστερός, ούτε πολιτικός ή κοινωνικός ποιητής· αλλά έχει γράψει ποίηση της ατομικής και οντολογικής αγωνίας και της αστικής παρακμής1. Αυτός ο καταρράχτης της μαύρης ουσίας πηγάζει από το μυστηριακά τοποθετημένο σώμα της ποίησης μέσα του και είν’ αυτό που ορίζει το πώς βλέπει τον κόσμο. Λέει με motto «Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους»: «Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία» και παρακάτω: «Το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα / σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα». Καμιά παρηγοριά, λοιπόν, δεν φαίνεται να ’ρχεται από τη φύση για τον Καρυωτάκη. Ακόμη κι η ανάσα του δεν φαίνεται να τρέφεται από αέρα: «Διπλώνοντας το στήθος μου γυρεύω αναπνοή / στη σκόνη των χαρτιών μου». Και ό,τι φαίνεται ωραίο μόνο καχυποψία τού γεννά: «Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό / του δίνουν όψη ν’ αρέσει».


Ενώ η στάση του Καρυωτάκη μπροστά στη φύση, στη ζωή, είναι καθαρά αρνητική, στην Πολυδούρη είναι βαθιά μελαγχολική αλλά και πιο ενεργητική· η νοσταλγία βάζει σε κίνηση κάποια ενέργεια: «Σου είπα θυμάσαι; Πρέπει να υπομένεις / και σού ’δειξα τη σκέψη που πιστεύει». Και για τον Καρυωτάκη που έφυγε στον ουρανό πιστεύει πως τα νέα παιδιά που τον αγαπούν «φτάνουν πάντα “στο νησί” ολοένα… Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα / και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο». Η ποίηση νικάει το χρόνο; Ποιος ξέρει; Ίσως. Έχει όμως περισσότερες πιθανότητες μακροβιότητας αν τύχει και η ποίηση ζευγαρώσει με τον έρωτα, αυτό το άυλο, ιδεατό σώμα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τους στίχους της Μαρίας Πολυδούρη: «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες / στα περασμένα χρόνια».

Είναι ένας έρωτας που δεν διαρκεί. Είναι άχρονος. Δεν διεκδικεί. Είναι απάνθρωπος. Και η Πολυδούρη και ο Καρυωτάκης έζησαν πιο πολύ την πίκρα του παρά τη χαρά του. Κι όμως: Η Πολυδούρη τελειώ­νει το ποίημα «Γιατί μ’ αγάπησες»: «κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες».

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)