Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης; – Τίμος Μαλάνος

Αισθάνομαι πραγματικήν αποστροφή για κάθε είδους ανάλυση της εμορφιάς ενός ποιήματος ή ενός στίχου στα συστατικά του, κατά το παράδειγμα του χημικού. Αυτό, πολλοί, το θεωρούν ελάττωμα του κριτικού. Για μένα είναι απλή αποφυγή προδοσίας εις βάρος του ποιητή.

Πολλοί με έψεξαν που είχα αποφύγει, γράφοντας για το καβαφικό έργο, να κάνω αισθητική ανάλυση των ποιημάτων του που εθαύμαζα. Βρίσκω πως ίσως να μη έχουν και πολύ άδικο. Μα και τώρα που θέλω ν’ αποδείξω σ’ εκείνους που δεν αναγνωρίζουν τον Καρυωτάκη για ποιητή, ότι πραγματικά είναι, και πρέπει φυσικά να παραδεχθώ και ν’ αναλάβω μια τέτοιαν ανάλυση, πάλι θα την αποφύγω. Αλλά τότε πώς θα γίνει η απόδειξη; Μ’ έναν έμμεσο τρόπο, που δεν τον θεωρώ και λιγότερο αποστομωτικό. Θα διατυπώσω μερικές μου σκέψεις για την μεταφραστική του εργασία, που είναι απ’ τις λαμπρότερες στη λογοτεχνία μας. Κι αρχίζω αμέσως με κάτι, που ίσως και να εκπλήξει μερικούς.

Είναι πολύ πιο εύκολο, νομίζω, να γράψει κανείς ένα καλό ποίημα, παρά να μεταφράσει καλά ένα ποίημα. Οι λέξεις, ως ήχος και ως αριθμός συλλαβών, διαφέρουν τόσο πολύ από γλώσσα σε γλώσσα, που καταντά ματαιοπονία η απόδοση ενός ποιήματος, σε μια δεύτερη γλώσσα. Μένει η μετάφραση με αντιστοιχίες. Μα για να βρει τις αντιστοιχίες ένας μεταφραστής, πρέπει να είναι εξίσου ποιητής με τον ποιητή που θα μεταφράσει. Κι αν ποτέ φτάσει μ’ αυτές σε μιαν επιτυχία, τότε θα έχουμε και την αναδημιουργία του ποιήματος, το δε ποίημα που θα προκύψει θ’ ανήκει και σ’ αυτόν όχι λιγότερο απ’ ό,τι στον ποιητή που το έγραψε. Ο Fitzgerald είναι γνωστό πως μετέφρασε τον Ομάρ Καγιάμ. Κι όμως, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει ένας πέρσης ποιητής που ονομάζεται Ομάρ Καγιάμ, δεν παύει συγχρόνως να υπάρχει κι η ποίηση-μετάφραση του Fitzgerald, που είναι η αντίστοιχη του πέρση ποιητή στην αγγλική γλώσσα. Μεταφράζω ένα ποίημα δε σημαίνει μεταφορά του περιεχομένου του σε μιαν άλλη γλώσσα. Μεταφράζω σημαίνει φτιάχνω, με τις δυνατότητες που βάζει στη διάθεσή μου το υλικό μιας άλλης γλώσσας, ένα ποίημα ανάλογο κι εξίσου καλό με το πρωτότυπο, χωρίς να προδίνω το νόημά του και κυριώτατα: τη μυστική του γλώσσα. Έτσι, τουλάχιστο, μετέφρασε ο Καρυωτάκης. Μας έδωκε Toulet, Carco, Verlaine, Corbière, Villon σαν ένας αληθινός δημιουργός, προικισμένος με το λεπτότερο καλλιτεχνικό αισθητήριο. Όλες του οι μεταφράσεις μοιάζουν σαν πρωτογραμμένα ποιήματα. Αλλ’ αν αυτό δεν είναι κατόρθωμα ποιητή, τότε τι είναι; Βέβαια το περιεχόμενο δεν του ανήκει. Εφ’ όσον όμως μπόρεσε ν’ ανακαλύψει αντιστοιχίες στην έκφραση, στο ρυθμό, στο στίχο, δεν είναι σαν να επινόησε, ώς ένα βαθμό, και μια φόρμα; Κι αφού βρήκε τη φόρμα, το περιεχόμενο δε θα μπορούσε και να το έχει δανειστεί; Λίγοι είναι οι ποιητές –κι όχι οι μεταφραστές– που δανείστηκαν ποιήματα άλλων, για να κάνουν μ’ αυτά δικά τους;

Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει λ.χ. την περίφημη «Μπαλλάντα των κυριών του παλαιού καιρού» του Villon και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή, γι’ αυτό, κι όταν αναγκάζεται για λόγους στιχουργικούς να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δεν μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο Villon, και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο έλληνας μεταφραστής και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του έλληνα αναγνώστη του. Κι αλήθεια, μέσα σ’ όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσει κι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, που αυτή δα κι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ’ τις αντιστοιχίες για τις οποίες μίλησα πιο πριν.

Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια, που προηγείται κάποτε της τελειωτικής.

Ο θαυμασμός μου γι’ αυτές είναι τόσος, που δε διστάζω καθόλου να υποστηρίξω πως ο τίτλος του ποιητή θα του ανήκε χωρίς άλλο κι αν ακόμα δεν έγραφε δικά του ποιήματα, μα περιοριζότανε σ’ αυτές μόνο.

Βρέχει. Ονειρεύομαι. Θαρρώ πλατάνι σαν τη σκέπη,
στο δρόμο εκεί να ορθώνεται, στο φως,
μια προτομή μαρμάρινη. Τ’ αδέρφι μου τη βλέπει
διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: Αυτός.
Θάχεις πολύ, αδερφέ, αγαπήσει μώλους και νησιά,
τη θάλασσα περισσότερο, τ’ αγέρι·
εγώ τα ωραία τραγούδια, τα βιβλία, τη μοναξιά.
Μα θάχουμε και οι δυο τόσο υποφέρει!

(«Κριτικά δοκίμια», 1940)

ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ, Άνοιξη 1958