Ανδρέας Εμπειρίκος, Ανέκδοτες ηχογραφήσεις

Σαλτιμπάγκοι στα πέριξ του Παρισιού
(από τη συλλογή Οκτάνα)

Ερασιτεχνική ηχογράφηση από τον Δημήτρη Καλοκύρη, στις 24/5/1973 (Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης).

Με την ευγενική παραχώρηση του Λεωνίδα Εμπειρίκου.

Ακούγονται σύντομα αποσπάσματα από τα έργα του Νίκου Σκαλκώτα:
Σονάτα για σόλο βιολί,
Σονατίνα αρ.4 για πιάνο και βιολί,
Κουαρτέτο εγχόρδων αρ.4,
Τρίο για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο

 

Τεύχος 175-176 Κ.Γ Καρυωτάκης (περιεχόμενα)

(ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010)

Κ.Γ Καρυωτάκης – 32 Έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή

kariotakis

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ: Παράλληλη ανάγνωση ποίησης [σελ. 9] • ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ: Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες [σελ. 12] • ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ: Απόπειρες αισιοδοξίας και η σάτιρα… [σελ. 16] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ: «Ήρωες Χρόνοι» [σελ. 20] • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ: Ο δαιμονισμένος αρλεκίνος [σελ. 29] • ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη [σελ. 33] • ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ: Ενεπλάκη στη δημόσια σάτιρα [σελ. 41] • ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΛΚΟΥ: Ο Κώστας Καρυωτάκης ενώπιον των ορίων… [σελ. 44] • Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ: Κ. Γ. Καρυωτάκης [σελ. 49] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗΣ: Ο Καρυωτάκης στον βωμό του Σεφέρη [σελ. 53] • ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ: Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης στο περιοδικό Ελλάς το 1913 [σελ. 63] • ΒΙΚΤΩΡ ΙΒΑΝΟΒΙΤΣ: Παραναγνώσεις σε κλίμακα λευκού [σελ.
67] • ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ: Η πορεία [σελ. 75] • ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ: Ο Καρυωτάκης [σελ. 79] • ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ: Καρυωτάκης, ειρωνεία, σήμερα [σελ. 83] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης ως πρόδρομος… [σελ. 87] • ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΤΣΙΟΣ: Ένα ποιητικό «ξεπροβόδισμα» [σελ. 91] • ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ: Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης; [σελ. 96] • ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ποιητική της οδύνης [σελ. 99] • Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εξάρσεις και υφέσεις [σελ. 105] • ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ: Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές… [σελ. 110] • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κριτικές πιστολιές [σελ. 114] • ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ: Ένα ποίημα σε παρένθεση [σελ. 122] • ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Ο λυσσαλέος περίπατος ενός ποιητή [σελ. 126] • ΣΥΜΕΩΝ Γρ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ: Ο Καρυωτάκης και η πα­λινωδία… [σελ. 130] • ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Καρυω­τάκης, μαρτυρία και διαμαρτυρία [σελ. 134] • ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ: Οι αυτόχειρες και οι φίλοι τους [σελ. 138] • ΕΛΛΗ ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΥ: Η ποίηση του Καρυωτάκη στη σκιά των ωρών [σελ. 142] • ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ: Από τον Ζιλ Λαφόργκ στον Τ. Σ. Έλιοτ… [σελ. 148] • ΛΙΤΣΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ: Ρομαντική ανάγνωση [σελ. 153] • ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας «γραφιάς» στα Ηλύσια Πεδία [σελ. 157] • ΤΑΣΟΣ ΨΑΡΡΑΣ: Η χυδαία πράξη… [σελ. 161] • ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ: Η επίταση του σαρκασμού [σελ. 175]• ΦΕΪΣΜΠΟΥΚ [σελ. 181]  • ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ [σελ. 187] • ΤΑ ΦΥΛΛΑ [σελ. 201]

Κριτικές πιστολιές -Δημήτρης Ραυτόπουλος

Απέναντι στον Καρυωτάκη, η κριτική «με αρχές», η με θεωρία και μελέτη δυναμωμένη, μένει πιστή στην παράδοσή της: με θαυμαστή ευκολία, όπως στις περιπτώσεις Σολωμού, Κάλβου, Παλαμά, Παπαδιαμάντη, Καβάφη, Σεφέρη, υπερρεαλιστών…, περνάει από την ύβρη στην αποθέωση, από την απόρριψη στην οικειοποίηση.

Πριν αγιοποιηθεί ο Σολωμός, αμφισβητείται ή μειώνεται όχι μόνο από Φαναριώτες της Αθήνας και της Πόλης αλλά και από Επτανήσιους, από Βαλαωριτικούς, από τον ίδιο τον Βαλαωρίτη, από κακούς μιμητές συνοψίζεται στο «ή ολίγον ή ουδέν» του Σπ. Ζαμπέλιου· κατά τον κορυφαίο γλωσσολόγο μας Γ. Χατζιδάκι, ο Σολωμός δεν ξέρει ελληνικά και, με τα εγκαίνια της μαρξιστικής κριτικής, τοποθετείται στο «κόμμα των καλαμαράδων» (Βάρναλης χωρίς διαλεκτική), ενώ από υπερπατριώτες ταξινομείται στους «Φιλέλληνες» (Άλκης Θρύλος θρυλικός). Ο Κάλβος έχει το προνόμιο να βάλλεται ή να αγνοείται και από τα δύο στρατόπεδα του γλωσσικού εμφυλίου, και από τους «καθαρολόγους» και από τους Ψυχαρικούς, αλλά και από τους Σολωμικούς ώς τον 20ό αιώνα: Βουτιερίδης («ασυνάρτητος» ο Κάλβος), Π. Βιάζης, Κ. Χατζόπουλος, Γερ. Σπαταλάς. Την ίδια τύχη είχε ο Παπαδιαμάντης· επικρίνεται και από τον Ροΐδη και από τους Ξενόπουλο, Κ. Χατζόπουλο και μηδενίζεται από τον Δημαρά. Ο οξυνούστατος Ροΐδης απορρίπτει συλλήβδην τον ντόπιο ρομαντισμό και τον κλασικισμό και ειρωνεύεται τους συμβολιστές (τι έμεινε;). Ο Ψυχάρης, υπό το πρόσχημα κριτικής μελέτης (Κωστής Παλαμάς) γράφει λίβελο σχεδόν κατά του ποιητή, μην τυχόν πάρει το Νομπέλ, που ανήκει σ’ αυτόν δικαιωματικά… Ο Ηλ. Βουτιερίδης θεωρούσε τον Καβάφη άτεχνο, άγλωσσο, ρηχό και κοινότοπο, χωρίς να παραλείπει ν’ ανακατεύει και τον «στρεβλωμένο αισθησιασμό του», και πρόβλεπε, λέει, ότι ο θαυμασμός στην ποίησή του «είναι μονάχα συρμός που γλήγορα θα περάσει»! Ο Φ. Πολίτης διακωμωδούσε τον Καβάφη που κατά τον Τίμο Μαλάνο «επρόδωσε την ποίηση», ο Σεφέρης πάσχιζε να τον περιορίσει στην Αλεξάνδρειά του («ο Αλεξανδρινός»), στην εποχή των Πτολεμαίων και στην πεζογραφία μάλλον (ποίηση μιας «χαμηλής χώρας», που «περπατάει», δεν χορεύει).2 Όλους τους ξεπέρασε ο Γ. Θεοτοκάς του Ελεύθερου Πνεύματος, που θεωρεί τον ποιητή αναξιότερο λόγου από τον λήσταρχο Γιαγκούλα, την ποίησή του χωρίς το ελάχιστο ανθρώπινο ενδιαφέρον, και παρομοιάζει το καβαφικό έργο με το «πύον» κακοφορμισμένου σπυριού! Η αριστερή κριτική, η επίσημη, προσπάθησε να θεμελιώσει τη Βουτιερίδεια απαξίωση του Καβάφη, με ιστορικο-υλιστικά κριτήρια (ταξικά) και συμμερίστηκε τη διορατικότητα του ιστορικού. Ώσπου ήλθε ο Τσίρκας να αποκαταστήσει τον μισό Καβάφη, τον προ του 1911. Την ίδια τομή (1911) είχε προηγούμενα κάνει ο ευαίσθητος Καβαφιστής Ι. Α. Σαρεγιάννης, αλλά, αντίθετα από τον Τσίρκα, αυτός εκτιμούσε μεγάλο ποιητή τον Καβάφη μετά το 1911 και «προκαβαφικό» τον πριν. Άθροισμα καβαφικής κριτικής Σαρεγιάννη + Τσίρκα, μετά τη διχοτόμηση, Καβάφης = 0.

Τα παραπάνω ελάχιστα της νεοελληνικής ευθυκρισίας σταχυολογούνται συνοπτικότατα –άρα άδικα– μόνο και μόνο για να δείξουν ότι τα κριτήρια εδώ (κίνητρα θα ήταν ίσως η κατάλληλη λέξη) είναι: γλωσσικό, ηθικο-ιδεολογικό, ηλικιακό (της «γενιάς»), αρχηγικο-κομματαρχικό. Βλέπε την πικρόχολη στάση του Βαλαωρίτη, τη χαρά του που τα «ευρισκόμενα» ήταν λιγοστά, ή την επίθεση Ψυχάρη κατά Παλαμά. Σε υπερπροσωπικό επίπεδο, εκείνο της ιδέας ή της γενιάς και της «σχολής», ως χαρακτηριστικές στιγμές θα μπορούσαν να προταθούν η εξίσωση Αποστολάκη –για να μεγαλύνει τον Σολωμό χαμηλώνει τον Παλαμά–, ο γλωσσολογικός δογματισμός του μεγάλου Γ. Χατζιδάκι, που πολεμάει τον Σολωμό και τους άλλους «αιρεσιάρχας», θεωρώντας τη γλώσσα του λαού ακατάλληλη για τη λογοτεχνία, η αλλεργία του Φ. Πολίτη απέναντι στη «γενιά του ’30» και του Γ. Θεοτοκά απέναντι στις προηγούμενες γενιές, την επάρατη «ηθογραφία».

Ο αντικαρυωτακισμός παρουσιάζει έναν καλό συνδυασμό των τεσσάρων κατόπτρων και, κατά τούτο αποτελεί υπόδειγμα. Συναντώνται σ’ αυτόν αριστεροί και βενιζελικοί Νουμαδικοί, «πρωτοπαλλήκαρα» του Ψυχάρη, θεωρητικοί της «γενιάς του ’30», ελληνοκεντρικοί και κοσμοπολίτες, βουκολικοί και προλεταριάρχες, πουριτανοί, παραδοσιοκράτες και μοντερνιστές.

Πριν σβήσει ο απόηχος από την πιστολιά της Πρέβεζας, βγαίνει μπροστά, να βάλει τάξη, ο Ν. Γιαννιός, αρχηγός σοσιαλιστικού κόμματος, Νουμαδικός, διατελέσας ένα φεγγάρι γραμματέας του Ψυχάρη και έκτοτε γλωσσικός κομματάρχης του. Απαντώντας στις νεκρολο­γίες Τ. Άγρα, Κλ. Παράσχου, Π. Χάρη στη Νέα Εστία, τους μαλώνει για τα καλά τους λόγια, γιατί είναι, λέει, «λάθος να συγχέεται η μεγάλη εύρωστη ποίηση με τον ξεπεσμό του ανθρώπου, με τον σωματικόν εκφυλισμό».

Ειδικευμένος και στις αυτοκτονίες, ο Γιαννιός τα είχε βάλει παλιότερα με τον Παλαμά: επεμβαίνοντας στην κριτική αντιδικία του ποιητή με τον Κ. Χατζόπουλο (1912), συνιστούσε στον Παλαμά να μη συνεχίσει γιατί «αυτοχτονάει»· πράγμα που θα άφηνε τον Γιαννιό αδιάφορο, αν δεν ξέπεφτε έτσι και ο Παλαμάς δημοτικιστής, γιατί, κατά τα άλλα, οι παλαμικές «ποιήσεις και φιλοσοφίες λογής λογής […] τίποτις δεν έχουνε χτίσει».4 Αλλά… έστι δίκης οφθαλμός. Κάποτε στις κονταρομαχίες για την αποκλειστική αντιπροσωπεία, το όργανο της πούρας μαρξιστικής αντιπολίτευσης Νέα Επιθεώρηση (1934) θα αποκαλέσει τον Γιαννιό «αποτυχημένο», «σοσιαλοφασίστα», και θα του συστήσει την «αυτοχτονία».

Αν δεν υπήρχε το δοκίμιο του Τέλλου Άγρα «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες» (1935), ο αποχαιρετισμός του Κλ. Παράσχου, μαζί με άλλες δυο-τρεις νεκρολογίες, «ο ποιητής για τον οποίο μπορούσε να υπερηφανεύεται όσο γι’ άλλον κανένα, η γενεά μας» (Κλ. Παράσχος)6 θα είχε πάει αδιάβαστος, που λένε. Για τις πρώτες δύο συλλογές, λίγα κριτικά σημειώματα επαινετικά: Όμηρος Μπεκές και Λυσ. Πράσινος στον Λόγο της Πόλης7 (1919, 1920), Λ. Κουκούλας στον Πυρσό (1919), Κλ. Παράσχος στην Πρωτεύουσα και στη Μούσα (1921), Τ. Άγρας στο Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1922). Μόνο η τρίτη συλλογή, Ελεγεία και Σάτιρες (1927) τράβηξε το πραγματικό ενδιαφέρον της κριτικής, σε μια υποδοχή όπου ξεχώρισαν τα θετικότατα σχόλια του Κλ. Παράσχου8 και του Ι. Ζερβού.9 Αντίθετα, ο Β. Ρώτας μάλωνε τον ποιητή γιατί δεν έπαιξε τον ρόλο του «οδηγού» και του «καλοκαρδιστή», αντί να είναι χωρίς λόγο άρρωστος, εγωπαθής, «υποχονδριακός», θεατρίνος κ.τ.λ.

Ο «Καρυωτακισμός» στην ποίηση, ως μιμητικά «πεισιθάνατη» διάθεση, εκκόλαψε, διευκόλυνε ή κάλυψε τον κριτικό αντικαρυωτακισμό στη δεκαετία του ’30 και στη συνέχεια, αλλά και την απάντηση. Δεν έλειψαν οι αναφορές και οι λεπτοί υπαινιγμοί στο τραγικό τέλος του ποιητή, σε τόνους οίκτου ή σαρκασμού. Με περισσή άνεση ο Θράσος Καστανάκης σνομπάρει την ποίηση του Καρυωτάκη συνοψίζοντάς την: «το εύκολο και το ασήμαντο στιχουργημένα μέχρι αυτοκτο­νίας».11 Από κοντά ο Ν. Παππάς, αρθρογραφώντας στην Καθημερινή, αναγγέλλει το «τέλος του Καρυωτακισμού» (28.9.1936) και την ανατολή του «άδολου λυρισμού» (26.10.1936). Ακόμα και ο Α. Καραντώνης, που έχει αναλάβει τον αγώνα κατά του «στείρου» Καρυωτακισμού, εξοργίζεται και στο χρονικό με τίτλο «Ο Αττίλας των Τρικάλων», υπενθυμίζει στον «αρειμάνιο λόγιο» πως ήταν και ο ίδιος «ένας παλαιός τρόφιμος των κατέργων του νεκρού στίχου (εννοεί τον παραδοσιακό) και του Καρυωτακισμού».

Σε περιωπή γραμματολογική, ο Άριστος Καμπάνης βλέπει τους «μισάνθρωπους στίχους» του Καρυωτάκη ως άμεσο προϊόν της αρρώστιας του – συνέπειας «αγορασμένου έρωτα».13 Η παρεξήγηση του «μισανθρωπισμού» τροφοδότησε τον υγιώς σκεπτόμενο αντικαρυωτακισμό σε διαφορετικά κριτικά επίπεδα, από τον βιογραφισμό και τον ψυχολογισμό ώς την αριστερή κριτική. Για τον Α. Καραντώνη του ’35, ο Καρυωτάκης νικήθηκε σαν άνθρωπος και νίκησε σαν καλλιτέχνης, αλλά το έργο του «άσκησε άθλια επίδραση, που αχρήστευσε ποιητικά μια ολόκληρη λεγεώνα».14 Λίγους μήνες αργότερα ο ίδιος, επισκοπώντας το λογοτεχνικό ’35, αντιτάσσει στη «νεκρή παράδοση και το χρεοκοπημένο Καρυωτακισμό», τη «νέα τάση» που αντιπροσωπεύει ο Γ. Σεφέρης, «ο σημαντικότερος νέος μας ποιητής», με τη Στροφή και το Μυθιστόρημα.

Μεσολάβησε εμπεριστατωμένη μελέτη του Τ. Άγρα, «Κ. Γ. Καρυωτάκης», τμηματικά δημοσιευμένη σε περιοδικά (1934-1935), με τον τελικό τίτλο Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες. Αλλά η μεγάλη συζήτηση, που κυριαρχήθηκε από την απόρριψη και την καταδίκη, ξέσπασε το 1938, πάνω στη δέκατη επέτειο της αυτοκτονίας, όταν εκδόθηκαν τα πρώτα Άπαντα με επιμέλεια του βιογράφου του ποιητή, Χαρ. Σακελλαριάδη, που περιέλαβαν και ολοκληρωμένη τη μελέτη του Τ. Άγρα.

Η μεγαλύτερη ίσως ομοβροντία –αλλά κούφια– της νεοελληνικής κριτικής κατά της ποίησης συγκεντρώνει, αυτήν τη φορά, ονόματα κύρους και περίπου όλες τις ευδιάκριτες τάσεις, από τη συντήρηση ώς τη μαρξιστική αντίληψη της λογοτεχνίας.

Την ανοίγει ο Κ. Θ. Δημαράς: «…Ο Καρυωτάκης δεν ήταν μεγάλος ποιητής· καλά καλά εγώ πιστεύω πως δεν ήταν καν ποιητής […] Μας συγκινεί ο Καρυωτάκης, αλλά όχι αισθητικά […] Ματαίως θα προσπαθήσει κανείς να ανιχνεύσει ποίηση μέσα στους στίχους αυτούς». Κατά τον Δημαρά, που αργότερα, στην Ιστορία του μετρίασε κατά πολύ την άρνησή του, ο Καρυωτάκης ήταν περίπου λογοκλόπος, αλλά περιέργως, αυτός ο μη ποιητής κ.τ.λ. ήταν αντιπρόσωπος της γενιάς του: «…τίτλος μεγάλος που του εξασφαλίζει την αθανασία· ας μην προσπαθούμε να στολίσουμε την δόξα του με δάφνες ποιητικές που δεν του ανήκουν».

Τη σκυτάλη παίρνει ο Γ. Θεοτοκάς, συγχαίροντας τον προλαλήσαντα και βεβαιώνοντας ότι ο Καρυωτάκης «δεν έγραψε ούτε ένα αληθινό ποίημα». Θεωρεί «λιγοστή» τη δημιουργική του πνοή και την καλλιέργειά του «ακόμα λιγότερη» κ.τ.λ.18 Από κοντά και οι ελάσσονες, ο καρυωτακικός Μήτσος Παπανικολάου και ο Γιαν. Χονδροκούκης σιγοντάρουν στην αποκαθήλωση, αλλά αποστασιοποιούνται από τις υπερβολές Δημαρά, Θεοτοκά.19 Ο Χονδροκούκης μάλιστα επικαλείται τους πρωτοπόρους τού αντικαρυωτακισμού Αδ. Παπαδήμα και Ν. Παππά. Ακολουθεί, στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού, συνέντευξη του Κοσμά Πολίτη στον Κ. Θρακιώτη. Ομολογεί πως, όταν έπεσαν στα χέρια του τα Άπαντα Καρυωτάκη, και έριξε μια ματιά στα πεταχτά: «επείσθην ότι δεν πρόκειται πια ποτέ να ξαναρίξω άλλη» (27.5.1938).

Δίπλα στα τέτοια πελώρια, ήταν τα βαρύγδουπα. Με τον Β. Βαρίκα άρχιζε ουσιαστικά η ανακήρυξη του Καρυωτάκη σε εκφραστή της «παρακμής», του «πανικού» της αστικής τάξης, που θα ριζώσει στην αριστερή κριτική, με την Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Γ. Κορδάτου και τις τοποθετήσεις Μ. Αυγέρη, Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Τ. Βουρνά, στη δεκαετία του ’60. Ο Βαρίκας, σε δύο μελέτες του20 ντουμπλάρει και ιδεολογικοποιεί την εκστρατεία Καρυωτάκη κατά του Καρυωτακισμού, ο οποίος, αν και χρεοκοπημένος, εξακολουθούσε να αναπαράγει «τις δηλητηριώδεις τοξίνες του». Με συνεχιστή τον παρακμία Σεφέρη! Δεν παρέλειπε ο νέος μαρξιστής κριτικός να επικρίνει τη στιχουργική προχειρότητα και τη «γλωσσική ακαταστασία» του Καρυωτάκη, θέματα επίσης αγαπητά της σχετικής φιλολογίας.

Από το εκρηκτικό 1938 του κριτικού δογματισμού υπήρξαν άμεσες αναιρέσεις και αποκλίσεις, που συνεχίσθηκαν στις επόμενες, πολεμικές δεκαετίες, όπως οι δύο μελέτες του Τ. Μαλάνου, Ένας Ηγησιακός (Κ. Καρυωτάκης), 1938, και «Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης;» στα Κριτικά δοκίμια, 1940. Οι μετριοπαθείς της «γενιάς του ’30» έκαναν επίσης θετικές παρεμβάσεις, όπως ο Π. Χάρης («Κ. Γ. Καρυωτάκης», 1943) και ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος (Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Ε΄). Αλλά το βαρύ αντικαρυωτακικό κλίμα θα παραταθεί ώς τη δεκαετία του ’60.

Ο στόχος της κριτικής αυτής, άλλωστε, έχει μεταφερθεί από τον Καρυωτάκη στον Καρυωτακισμό, με ηγέτη τον Καραντώνη, ο οποίος από το 1936 (βλ. παραπάνω και σημ. 14) θεωρεί τον Καρυωτακισμό «χρεοκοπημένο». Το θυελλώδες 1938, κρίνοντας τις μελέτες Βαρίκα και Τ. Μαλάνου, δίνει το σύνθημα: η ποίηση του Καρυωτάκη, καλή-κακή, είναι ένα τέλος,21 το τέλος του ελληνικού συμβολισμού. Στις κατοπινές εργασίες του, αναπτύσσει αυτή την άποψη για την οριακή θέση του Καρυωτάκη, όπως και –με διαφορετικούς όρους– του Καβάφη. Είναι η ιδέα που θα επανέλθει στη δοκιμιακή σκέψη του Σεφέρη, με βασικό άξονα το ότι τα στοιχεία της ανανέωσης που έφερε ο Καρυωτάκης «δεν ήταν αρκετά και προ παντός δεν ήταν καινούρια».

Σεφέρης και Ελύτης μίλησαν χωρίς θέρμη ή με συγκατάβαση για τον Καρυωτάκη, σε αντίθεση με τους υπερρεαλιστές και την πλειάδα της Αντίστασης, όταν αυτή συνήλθε από την ήττα και την αισθητική επαγρύπνηση.

Από τη δεκαετία του ’60, η σχετική κρισολογία έχει περάσει σε ωριμότερη φάση, κυρίως με τις γραμματολογικές και κριτικές εργασίες του Γ. Π. Σαββίδη και του Κ. Στεργιόπουλου, με αξιόλογες συμβολές των Γ. Δάλλα, Ζ. Λορεντζάτου, Αρ. Νικολαΐδη, Α. Αργυρίου, Τ. Πατρίκιου, Β. Λεοντάρη και, στη συνέχεια, Θ. Τζιόβα, Γ. Αράγη, Χ. Παπάζογλου, Θ. Αγγελάτου, Massimo Peri, Χρ. Ντουνιά, Ν. Βαγενά κ.ά.

Το αναθεωρητικό κλίμα αποκατάστασης παρασύρει ενίοτε σε πλειοδοσίες και χρήσεις ποικίλες εναντίον της «γενιάς του ’30» και του Σεφέρη, κυρίως, φθάνοντας ώς την τάση πολιτικής μεταγραφής, όπως στα προηγούμενα των Παλαμά, Καβάφη, αριστεροποιηθέντων. Κορύφωση εδώ το θεώρημα του Κ. Βούλγαρη, ότι «η ποίηση του Καρυωτάκη είναι η ελλείπουσα συνείδηση της Αριστεράς», η οποία Αριστερά «είναι η μόνη δυνατή (ιστορικά δυνατή) “οργάνωση” της αλήθειας της ποίησης του Καρυωτάκη».

Παρόμοιες ερμηνείες και παραναγνώσεις έχει ελέγξει ο Ν. Βαγενάς, με σειρά επιφυλλίδων, κυρίως το 2003-2004,23 μέχρι και προ ημερών.24 Η μόνη παρατήρηση εδώ είναι ότι πρέπει να αντιδιαστείλουμε την άκριτη αριστεροποίηση από την απόκρουση προηγούμενων παρερμηνειών περί ανθρωπισμού, παρακμής, ακόμα και γλωσσικού εκφυλισμού.

Με άλλα λόγια, το «φάντασμα του Καρυωτάκη» δοκιμάζει την κριτική και το δογματισμό της, τιμωρώντας τις άστοχες «χρήσεις» των ποιητών. Αυτό, είτε «η πιστολιά της Πρέβεζας έρχεται από αριστερά» (Κ. Βούλγαρης), είτε από άλλα σημεία του ορίζοντα.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)

Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης; – Τίμος Μαλάνος

Αισθάνομαι πραγματικήν αποστροφή για κάθε είδους ανάλυση της εμορφιάς ενός ποιήματος ή ενός στίχου στα συστατικά του, κατά το παράδειγμα του χημικού. Αυτό, πολλοί, το θεωρούν ελάττωμα του κριτικού. Για μένα είναι απλή αποφυγή προδοσίας εις βάρος του ποιητή.

Πολλοί με έψεξαν που είχα αποφύγει, γράφοντας για το καβαφικό έργο, να κάνω αισθητική ανάλυση των ποιημάτων του που εθαύμαζα. Βρίσκω πως ίσως να μη έχουν και πολύ άδικο. Μα και τώρα που θέλω ν’ αποδείξω σ’ εκείνους που δεν αναγνωρίζουν τον Καρυωτάκη για ποιητή, ότι πραγματικά είναι, και πρέπει φυσικά να παραδεχθώ και ν’ αναλάβω μια τέτοιαν ανάλυση, πάλι θα την αποφύγω. Αλλά τότε πώς θα γίνει η απόδειξη; Μ’ έναν έμμεσο τρόπο, που δεν τον θεωρώ και λιγότερο αποστομωτικό. Θα διατυπώσω μερικές μου σκέψεις για την μεταφραστική του εργασία, που είναι απ’ τις λαμπρότερες στη λογοτεχνία μας. Κι αρχίζω αμέσως με κάτι, που ίσως και να εκπλήξει μερικούς.

Είναι πολύ πιο εύκολο, νομίζω, να γράψει κανείς ένα καλό ποίημα, παρά να μεταφράσει καλά ένα ποίημα. Οι λέξεις, ως ήχος και ως αριθμός συλλαβών, διαφέρουν τόσο πολύ από γλώσσα σε γλώσσα, που καταντά ματαιοπονία η απόδοση ενός ποιήματος, σε μια δεύτερη γλώσσα. Μένει η μετάφραση με αντιστοιχίες. Μα για να βρει τις αντιστοιχίες ένας μεταφραστής, πρέπει να είναι εξίσου ποιητής με τον ποιητή που θα μεταφράσει. Κι αν ποτέ φτάσει μ’ αυτές σε μιαν επιτυχία, τότε θα έχουμε και την αναδημιουργία του ποιήματος, το δε ποίημα που θα προκύψει θ’ ανήκει και σ’ αυτόν όχι λιγότερο απ’ ό,τι στον ποιητή που το έγραψε. Ο Fitzgerald είναι γνωστό πως μετέφρασε τον Ομάρ Καγιάμ. Κι όμως, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει ένας πέρσης ποιητής που ονομάζεται Ομάρ Καγιάμ, δεν παύει συγχρόνως να υπάρχει κι η ποίηση-μετάφραση του Fitzgerald, που είναι η αντίστοιχη του πέρση ποιητή στην αγγλική γλώσσα. Μεταφράζω ένα ποίημα δε σημαίνει μεταφορά του περιεχομένου του σε μιαν άλλη γλώσσα. Μεταφράζω σημαίνει φτιάχνω, με τις δυνατότητες που βάζει στη διάθεσή μου το υλικό μιας άλλης γλώσσας, ένα ποίημα ανάλογο κι εξίσου καλό με το πρωτότυπο, χωρίς να προδίνω το νόημά του και κυριώτατα: τη μυστική του γλώσσα. Έτσι, τουλάχιστο, μετέφρασε ο Καρυωτάκης. Μας έδωκε Toulet, Carco, Verlaine, Corbière, Villon σαν ένας αληθινός δημιουργός, προικισμένος με το λεπτότερο καλλιτεχνικό αισθητήριο. Όλες του οι μεταφράσεις μοιάζουν σαν πρωτογραμμένα ποιήματα. Αλλ’ αν αυτό δεν είναι κατόρθωμα ποιητή, τότε τι είναι; Βέβαια το περιεχόμενο δεν του ανήκει. Εφ’ όσον όμως μπόρεσε ν’ ανακαλύψει αντιστοιχίες στην έκφραση, στο ρυθμό, στο στίχο, δεν είναι σαν να επινόησε, ώς ένα βαθμό, και μια φόρμα; Κι αφού βρήκε τη φόρμα, το περιεχόμενο δε θα μπορούσε και να το έχει δανειστεί; Λίγοι είναι οι ποιητές –κι όχι οι μεταφραστές– που δανείστηκαν ποιήματα άλλων, για να κάνουν μ’ αυτά δικά τους;

Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει λ.χ. την περίφημη «Μπαλλάντα των κυριών του παλαιού καιρού» του Villon και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή, γι’ αυτό, κι όταν αναγκάζεται για λόγους στιχουργικούς να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δεν μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο Villon, και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο έλληνας μεταφραστής και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του έλληνα αναγνώστη του. Κι αλήθεια, μέσα σ’ όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσει κι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, που αυτή δα κι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ’ τις αντιστοιχίες για τις οποίες μίλησα πιο πριν.

Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια, που προηγείται κάποτε της τελειωτικής.

Ο θαυμασμός μου γι’ αυτές είναι τόσος, που δε διστάζω καθόλου να υποστηρίξω πως ο τίτλος του ποιητή θα του ανήκε χωρίς άλλο κι αν ακόμα δεν έγραφε δικά του ποιήματα, μα περιοριζότανε σ’ αυτές μόνο.

Βρέχει. Ονειρεύομαι. Θαρρώ πλατάνι σαν τη σκέπη,
στο δρόμο εκεί να ορθώνεται, στο φως,
μια προτομή μαρμάρινη. Τ’ αδέρφι μου τη βλέπει
διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: Αυτός.
Θάχεις πολύ, αδερφέ, αγαπήσει μώλους και νησιά,
τη θάλασσα περισσότερο, τ’ αγέρι·
εγώ τα ωραία τραγούδια, τα βιβλία, τη μοναξιά.
Μα θάχουμε και οι δυο τόσο υποφέρει!

(«Κριτικά δοκίμια», 1940)

ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΟΧΗ, Άνοιξη 1958

Ο δαιμονισμένος αρλεκίνος -Γιώργος Βαρθαλίτης

Κάπου στα Ανοιχτά Χαρτιά, μνημονεύοντας ο Ελύτης ενα τετράστιχο του Καρυωτάκη, αποφαίνεται: «Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια καινούρια γλώσσα».

Η κατάφαση αυτή του Ελύτη βαραίνει, γιατί προέρχεται από έναν ποιητή, που λειτούργησε ως «αντίπαλον δέος» του Καρυωτάκη: η αιγαιοπελαγίτιδα αύρα που εκόμισαν στην ποίησή μας οι Προσανατολισμοί διέλυσε τη γκρίζα ατμόσφαιρα της Πρέβεζας. Η καινοτομία στην τέχνη ανατρέπεται από μια νέα καινοτομία. Και έτσι όμως, οι ρηξικέλευθες χειρονομίες δεν χάνουν τη σημασία τους. Στον όψιμο κυρίως Καρυωτάκη συντελείται μια γλωσσική αλχημεία, που τον ξεχωρίζει όχι μόνον απ’ τους επιγόνους του Παλαμά αλλά κι απ’ τους οιονεί μεσοπολεμικούς συνοδοιπόρους του: από έναν Ουράνη λ.χ. ή έναν Λαπαθιώτη. Δεν είναι μόνον η επιτυχής μείξη δημοτικής και καθαρεύουσας, μήτε η διατάραξη της μετρικής ισορροπίας. Μαντεύει κανείς στους τελευταίους στίχους του μια νευρική υπερδιέγερση, μια τέτοια ψυχική έξαψη, που θαρρεί κάποτε πως εδώ μιλά ένας δαιμονισμένος.

Μια διαφορετική όμως γλώσσα φανερώνει και μια διαφορετική αίσθηση της πραγματικότητας. Στα τελευταία ποιήματα και πεζά του Καρυωτάκη οι ιστοί της πραγματικότητας ξεχειλώνουν και συμπλέκονται ξανά σ’ ένα ιδιότυπο όραμα του κόσμου. Δεν θα δυσκολευόμασταν να ανιχνεύσουμε στην ωχρά σπειροχαίτη την γενεσιουργό αιτία αυτής της αλλοίωσης του πραγματικού. Άλλωστε, το ομολογεί κι ο ίδιος: «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση / επιμονή, που ανοίξαμε για να ’μπει σαν κυρία / η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. / Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία. / Το λογικό τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια, / βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού. / Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια, / το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού. / Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα, / Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή, / ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία, / ω, κωμωδία!, το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.» Το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ. Ακριβώς. Τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, το όνειρο εγκαθίσταται μέσα στην πλήρη εγρήγορση, η ομίχλη απλώνεται κάτω απ’ τον αίθριο ουρανό της μεσημβρίας.

Η αλλοίωση που επιφέρει εδώ η διασάλευση του λογικού είναι τριπλή: αλλοίωση της αίσθησης του χρόνου, αλλοίωση της αίσθησης του εξωτερικού κόσμου και αλλοίωση της αίσθησης του εγώ.

Ο αριστουργηματικός «Ονειροπόλος» του Καρυωτάκη πιστεύει πως ο χρόνος υφίσταται ως φυσικό στοιχείο κάπου στο διάστημα ή, σε ελάχιστες ποσότητες, μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο και προσπαθεί να τον εντοπίσει και να τον απομονώσει. Η παρανοϊκή αυτή αντίληψη και απόπειρα οφείλεται στο γεγονός πως στον ίδιο έχει σε τέτοιο βαθμό απορρυθμιστεί η αίσθηση του χρόνου, έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται την επιβίωση του παρελθόντος μέσα στο παρόν και να προαισθάνεται μελλοντικά γεγονότα, πριν αυτά επισυμβούν. Λ. χ. περνώντας με ένα βαπόρι απ’ το λιμάνι της επαρχιακής πόλεως, όπου έζησε παιδί, νιώθει πως τα πάντα –το πατρικό του σπίτι, η μπάντα που κάθε Κυριακή έπαιζε στην προκυμαία, ως κι οι καρέκλες του ζαχαροπλα­στείου– παρέμειναν αναλλοίωτα, όπως ήταν τότε, μόνο που φαίνονται πιο μικρά. Ο χρόνος δεν έχει σταματήσει. Απλώς έχει αλλάξει κατεύθυνση. Αντί να μεταβάλλει τα πράγματα και τους ανθρώπους, οδηγώντας τους στον αφανισμό δια της διηνεκούς αλλαγής, της παρακμής και της φθοράς, σμικρύνει συνεχώς τον όγκο τους, μέχρι να εξαφανιστούν εντελώς.

Αν ο έξω κόσμος φαίνεται προς στιγμήν να σμικρύνεται, το εγώ, αντιθέτως, διογκώνεται και διαστέλλεται. Στο χυδαίο καρναβάλι της εξωτερικής ζωής (βλέπε το πεζοτράγουδο «Φυγή») ο ποιητής, εξόριστος βασιλέας στον κόσμο των ανθρώπων, βαδίζει με το σκήπτρο στο χέρι σαν υπνοβάτης, δίχως συνείδηση του περιβάλλοντος, ακολουθώντας μονάχα την εσωτερική του φωνή και φορώντας αληθινή πορφύρα και στέμμα από «καθαρό, ατόφιο χρυσάφι». Γρήγορα όμως, μέσα στον συνωστισμό και το πανδαιμόνιο, τα ρούχα του σκίζονται κι αυτός γέρνει γυμνός σαν τσακισμένο δέντρο και ξεψυχά, ενώ γύρω του αντηχούν ακόμα οι καγχασμοί του πλήθους. Στην «Αισιοδοξία» ο τραγικός Αρλεκίνος μας καλπάζει ακάθεκτος σαν ήρωας σταυροφόρος, σωτήρας του σωτήρος. Και στο «Εμβατήριο» ενασμενίζεται με την αυτοκτονία και οραματίζεται τον μεταθανάτιο θρίαμβό του: «Α! Πρέπει τώρα να φορέσω / τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ’ αρέσω!»

Σε ποιον όμως θα αρέσει ο Καρυωτάκης ή μάλλον το απαγχονισμένο πτώμα του; Προφανώς στον ίδιο· δεν νομίζω πως θα άρεσε σε κανέναν άλλον – μήτε και θα τον ενδιέφερε άλλωστε (δεν αποκλείεται να του ήταν αδιάφορη κι η μελλοντική καθιέρωση του έργου του).

Πιστεύω πως έχουμε μια περίπτωση ναρκισσισμού στην πιο μακάβρια και ακραία μορφή του, ενός ναρκισσισμού δηλαδή που εκβάλλει στον θάνατο, κορυφώνεται και ταυτόχρονα εκμηδενίζεται μ’ αυτόν. Εδώ η μεγαλύτερη ηδονή του Ναρκίσσου είναι να αντικρίσει όχι το νεκρό είδωλό του αλλά το ίδιο το νεκρό του σώμα. Ο Νάρκισσος φαντασιώνεται αυτή την ηδονή, που βέβαια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αφού τότε δεν θα υπάρχει μήτε κι ο ίδιος. Ο Καρυωτάκης, ασφαλώς, αυτοσαρκάζεται (ο αυτοσαρκασμός εξάλλου δεν είναι παρά αντεστραμμένος ναρκισσισμός). Ο αυτοσαρκασμός του όμως υποκρύπτει έναν διχασμό τού εγώ. Το ένα κομμάτι τού εγώ παρασύρεται απ’ το μεγαλομανές παραλήρημα της παράνοιας, ενώ το άλλο το παρακολουθεί, έχοντας πλήρη συνείδηση της γελοιότητας και της τραγικότητάς του.

Η σαρκαστική φαντασία του Καρυωτάκη δεν σταματά εδώ. Προχωρά στο «μετά» και εξεικονίζει ένα γκροτέσκο υπερπέραν, στο οποίο δεν πιστεύει. Ο ονειροπόλος της ομότιτλης σύνθεσης θυμάται έναν χορό μεταμφιεσμένων, όπου «οι χορευτές έχασαν τον λογαριασμό τους» κι ενώ έπρεπε να υπολογίσουν πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει στο παρελθόν, για να ξαναγυρίσουν και να βρουν την προσωπικότητά τους, γελάστηκαν και προχώρησαν, δίχως να το υποπτευθούν, εκατό χρόνια μπροστά. Εκεί οι σκελετοί των νεκρών, εδώ και καιρό, χορευτών κάνουν να συνεχίσουν τον χορό, αλλά σταματούν μετανιωμένοι. Αλλού ο Καρυωτάκης, μιλώντας εξ ονόματος όλης της χαμένης γενιάς του, φαντάζεται πως αν, νεκροί πια, «στα νύχια μας ανασηκωθούμε, / τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε, / Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου / όπου θα παίζουν criket οι οπαδοί Σου». Όπως στην ταινία τα Φτερά της Φήμης, όπου τα ενδιαιτήματα στις νήσους των μακάρων θυμίζουν μεσοπολεμικά ξενοδοχεία ευρωπαϊκής λουτρόπολης, ο κάτω κόσμος στον Καρυωτάκη είναι χτισμένος με τα υλικά τού επάνω: έχει αίθουσες χοροεσπερίδων, γήπεδα αθλοπαιδιών, πολυτελείς επαύλεις. Εξάλλου αν –καθώς ο αυτόχειρας της Πρεβέζης φαίνεται να πιστεύει–, κάποτε ακόμα κι ετούτη η ζωή μοιάζει με κόλαση, πόσο διαφορετική θα είναι η –υποτιθέμενη– αληθινή;

Εκεί που οι ορθόδοξοι υπερρεαλιστές χρησιμοποιούν συνειδητά επιλεγμένες τεχνικές –την αυτόματη γραφή– προκειμένου, να προσπελασθούν τα βαθύτερα, ασυνείδητα ή ονειρικά, κοιτάσματα της ψυχής, ποιητές σαν τον Καρυωτάκη ή τον Φιλύρα είδαν έντρομοι το παραπέτασμα του αληθινού να διαρρηγνύεται απ’ την παραφροσύνη και βρέθηκαν σύσσωμοι στην «άλλη μεριά». Για αυτό και το δικό τους όραμα είναι αυθεντικότερο.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (τεύχος 175-176)